Skip to conte



iPhone 4 Black Game GR Image Banner 125x125
You are here:Αρχική                  
Φράσεις για τον αέρα PDF Εκτύπωση E-mail

Από το βιβλίο
«ΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΛΟΓΟΥ» ΤΟΜΟΣ Ι

 

Του Σωκράτη Λ. Σκαρτσή

 

 

Φράσεις για τον αέρα

 

 

αερααα!

α. Η γνωστή πολεμική, νικητήρια κραυγή καταδίω­ξης, επιφώνηση επαναστατική, ωθητική σε κίνηση και πράξη.

β. Χτυπητό παράδειγμα γλωσσικής πράξης, μήτρα ενέργειας.

 

άερα και κάερα

α. Γυρίζει άερα και κάερα.

β· Δυαδική άλογη έκφραση, με έντονη ηχητικότητα. Υ- Το νόημα είναι «δώθε - κείθε», όμως αρνητικό: σε τόπους αταίριαστους: γυρίζει εκεί φεύγοντας, αταίριαστα, από δω.

 

έβαλε αέρα

Τυπικό «απρόσωπο», που όμως δείχνει ότι αυτά τα «απρόσωπα» δεν είναι ελλειπτικά, αλλά με πληρό­τητα εκφραστικά χωρίς «πρόσωπο». Το ίδιο το ρήμα είναι έτσι πλήρες. Ίσως το «τρίτο» πρόσωπο είναι κάτι πολύ πιο σαφές από τα άλλα δυο, πρώτο και δεύτερο, και τελικά στα απρόσωπα έχουμε μια γλωσσική κατάσταση χωρίς πρόσωπο. Σ' αυτή τη φράση (και σ' άλλες τέτοιες) το ρήμα «έβαλε» και το ουσιαστικό «αέρα» επικοινωνούν, είναι μια έννοια.

 

σηκώθηκε αέρας, έπεσε ο αέρας

Είναι «προσωπική» η έκφραση, διαφέρει όμως, σε καθαρά γλωσσικό επίπεδο, από τις «απρόσωπες».

ξουριζει ο αέρας

 Νιώθεις κρύο, παγερό αέρα στο πρόσωπο.

 

παει οπου φυσάει ο αέρας

α. Ακολουθεί τους ισχυρούς.

β. Ενδιαφέρουσα η μυθική εικόνα.

παίρνω τον αέρα μου α. Έμφαση στην αδιαφορία.

β. Το «μου» επιτείνει το αίσθημα της αδιάφορης ανεμελιάς.

 

παίρνω αερα

α. Ουδέτερο ή με έμφαση ξεγνοιασιάς, ανεμελιάς, αδιαφορίας.

β. Εννοεί την ανάσα, την αναπνοή, αλλά με τρόπο γενικότερο, ψυχικό.

 

πήραν τα μυαλά του αερα

α. Καμαρώνει αταίριαστα και άκαιρα, μετά από κάτι που συνέβη ή χωρίς λόγο.

β. Το «αέρα» με την έννοια της αλαζονείας, αλλά πάντως συγκεκριμένη έκφραση.

 

πήρες πολυ αερα

α. Πήρες πολύ αέρα, μου φαίνεται, και πρέπει να σου βάλω μυαλό.

β. 0 αέρας λοιπόν είναι κάτι που μπορεί κανείς να «πάρει». Η λέξη αυτή, έτσι, θυμίζει άλλες, παλιές έννοιες, πολύ πραγματικές. Κι εδώ, πάντως, ο «αέ­ρας» που δίνει δύναμη και δράση είναι κάτι χειροπιαστό.

 

του εχει πάρει τον αερα

α. Η έμφαση δίνεται σ' αυτόν από τον οποίο «πάρ­θηκε» ο αέρας· ο άλλος μπορεί να του συμπεριφέ­ρεται όπως θέλει, με απαράδεκτο τρόπο,

β. 0 «αέρας» λοιπόν είναι κάτι απαραίτητο για να μας φέρονται όπως ταιριάζει, για να μη μας φέρο­νται αταίριαστα, μειωτικά.

 

μην του δίνεις αέρα

α. Εννοεί πως πρέπει να τον συγκρατεί, γιατί αν τον ενθαρρύνει, γίνεται επικίνδυνος,

β. Κάποιος λοιπόν δίνει και κάποιος παίρνει «αέ­ρα». Είναι σαφής η πρωτογενής γλωσσική κατάστα­ση, σχεδόν υλική, άρα τον αέρα τον «δίνει» κάποιος με κάποια λόγια ή γλωσσική συμπεριφορά.

 

θα σου κοψω τον αερα

 Σαφής πάλι η πρωτογενής έννοια της λέξης.

 

έχει έναν αέρα!

α. Έχει έναν αέρα αυτός ο άνθρωπος, λες και είναι ποιος.

β. Έχει άνεση συμπεριφοράς δυναμικής, ελεύθερης κίνησης· μ' αίσθημα κάποιου θαυμασμού ή ζήλιας,

γ. Αν δε μεταφράσουμε τη λέξη με «συνώνυμα» στο νου μας, φαίνεται πως «βλέπουμε» κάτι που δεν είναι οπτικό, πως δηλαδή με την αίσθηση συναισθανόμαστε, νιώθουμε πως κάτι υπάρχει, κάτι του αέρα, και εκπεμπόμενο από κάποιον μας «α­ποσπά». Άρα ο «αέρας» είναι κάτι πολύ πρωτογε­νές.

δ. Ίσως, έτσι, εύκολα αναγόμαστε σε συναφείς έν­νοιες (όπως αυτές των πρωτόγονων ή το ινδικό πράνα) ή, πιο απλά, σε πρωτογενείς γλωσσικές κα­ταστάσεις, που δε συνιστούν πάντως «έννοιες», ε. Ενδιαφέρουσα η μυθολογική αναφορά στον αέρα, που περιβάλλει τον άνθρωπο ή που τον εκφράζει-μια ιδέα αντιστοιχεί σε ψυχή ή κάτι ανάλογο.

 

εχει εναν αερα ομορφιάς

 Κάτι φευγαλέο που μας προσεγγίζει.

 

με τον αερα ζούμε

α. Λόγια φτωχού ανθρώπου.

β. Αναφέρεται όμως σε μια γλωσσική, πραγματική δυνατότητα.

 

ειμαστε στον αερα

α. Λέγεται στην τηλεόραση, όταν αρχίζει η μετάδο­ση. Τοπική έκφραση, επιτηδευμένη φαινομενικά, μυθολογική στ' αλήθεια.

β. Τέτοιες φράσεις είναι δυνατές μόνο γιατί υπάρ­χει η μυθολογική δυνατότητα, υπάρχει δηλαδή, έτσι κι αλλιώς, η γλωσσική πραγματικότητα,

γ. Άρα με τέτοιες φράσεις, ενσωματωμένες στη γλώσσα, με γλωσσική οντολογία, επιβιώνει, πιο καλά πραγματώνεται, όπως είναι φυσικό, ο μύθος.

 

αερας κοπανιστός

α. Για λόγια, πράγματα χωρίς σημασία,

β. Ενδιαφέρουσα η υλική διατύπωση.

 

μιλάει στον αερα

α. Δεν έχουν καμιά σημασία ή αξία αυτά που λέει.

β. Το μίλημά του λοιπόν πάει στον αέρα, που μπο­ρεί να το δεχτεί, που είναι συνεπώς ομοιογενής.

 

στον αερα τα λεει

α. Δε βαριέσαι, στον αέρα τα λέει.

β. Δεν τον προσέχω, δεν τον προσέχει κανείς.

 

λογία του αερα

α. Αρνητική έκφραση: λόγια ανόητα, χωρίς αξία.

β. Το βαθύτερο όμως νόημα της φράσης, αυτό που αληθινά λένε οι λέξεις, είναι σαφές: τα λόγια είναι του αέρα, αέρινα ή τα παίρνει ο αέρας.

 

είναι αεράτος

Έχει αέρα συμπεριφοράς. Η ιδέα αυτή σε επίθετο παραλλάζει προς το κάπως ελαφρύτερο ή ειρωνικό.

 

αερίζομαι

α. (- Τι κάνεις εδώ;) - Αερίζομαι.

β. Ρήμα αδιαφορίας και ανεμελιάς.

 

αερικά

 α. Υπερφυσικά πλάσματα.

β. Όχι αέρινα, αερικά, του αέρα, όχι με την έμφαση στο «υλικό».

γ. Αν είναι έτσι, τότε δεν υπάρχει θέμα, ιδέα «υλικότητας» ή όχι, αλλά οντότητας,

δ. Με τέτοια έννοια προσεγγίζουμε «παλιές» ιδέες, όπως ο ομηρικός «αέρας» ή το νεοελληνικό «σύννε­φο», και άλλες ανάλογες, όπως ο (ομηρικός) ύπνος, η νύχτα, ο άνεμος κ.λπ.

 

είναι αεριτζης

α. Ασχολείται, λέει, φέρεται ελαφρά και ψεύτικα,

β. Λέξη γεμάτη από την έννοια του φευγαλέου, άπιαστου αέρα.

 

αερολογαω

α. Αερολογείς καημένε. β. Λες λόγια του αέρα.

 

αερολογιες!

α. Απάντηση, κρίση αρνητική σε λόγια κάποιου,

β. φράση πλήρης, χωρίς ρήμα.

 

 

 

Από το βιβλίο
«ΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΛΟΓΟΥ» ΤΟΜΟΣ Ι

 

Του Σωκράτη Λ. Σκαρτσή

 

 
Iphone 4 Video GR Image Banner 160x600

Συνδέσου εδώ






Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφή
  • Greek
  • English

Who's Online